3. η συμβαση εργασιασ

3.1. Έγγραφος Τύπος

Σε πολλές επιχειρήσεις στην Ελλάδα έχει επικρατήσει η πρακτική να προσλαμβάνεται το προσωπικό μόνο βάσει της (υποχρεωτικής) αναγγελίας στο Υπουργείο Εργασίας. Αυτή η πρακτική είναι ελλειπής, παρόλο που το ελληνικό εργατικό δίκαιο δεν προβλέπει ειδικό τύπο στη σύμβαση εργασίας, διότι, η απουσία μιας αναλυτικής σύμβασης εργασίας μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα τη σχέση εργοδότη και εργαζομένου, όπως αμφιβολία σχετικά με τη θέση εργασίας του, με το ωράριο εργασίας του, τον τρόπο αντιμετώπισης τυχόν υπερωριών, τον τόπο εργασίας του, εαν ο εργαζόμενος προσφέρει μισθωτές υπηρεσίες ή έχει καταρτίσει σύμβαση έργου, κ.α. Ορισμένες εξαιρέσεις που σύμφωνα με το νόμο απαιτούν έγγραφο τύπο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας είναι

  • Οι συμβάσεις εργασίας με το Ελληνικό Δημόσιο
  • Οι συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονται με ξενοδοχειακές επιχειρήσεις

 

3.2. Περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας

Πέρα από τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ο εργοδότης οφείλει να καταρτίζει εγγράφως τους όρους της σύμβασης εργασίας και να τους γνωστοποιεί στον εργαζόμενο. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το π. δ 156/1994 (Ευρωπαϊκή οδηγία 91/553) κάθε εργοδότης που απασχολεί εργαζόμενο για περισσότερο από ένα μήνα, οφείλει να του γνωστοποιήσει εγγράφως το αργότερο εντός 2 μηνών από την έναρξη της απασχόλησής του τους ουσιώδεις όρους εργασίας του.

 

3.2.1. Ελάχιστο απαιτούμενο περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας περιλαμβάνει τα ακόλουθα :

  • Τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας του εργοδότη και του εργαζόμενου
  • Τον τόπο όπου θα παρέχεται η εργασία
  • Τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας
  • Το είδος της εργασίας που θα παρέχει ο εργαζόμενος
  • Το μισθό που θα καταβάλλεται για τις παρεχόμενες υπηρεσίες
  • Τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης εργασίας

 

3.2.2. Το περιεχόμενο που συνίσταται να έχει η σύμβαση εργασίας

Σε αντίθεση με το ελάχιστο περιεχόμενο, προκειμένου να είναι πλήρης και να μην δημιουργούνται προβλήματα ερμηνείας από τη σύμβαση εργασίας, καλό είναι να περιλαμβάνει :

  • Τα στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων
  • Τον τόπο παροχής εργασίας
  • Την ειδικότητα του εργαζόμενου και το αντικείμενο εργασίας του
  • Την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης εργασίας
  • Την άδεια που δικαιούται ο εργαζόμενος σε σχέση με τις καταβαλλόμενες αποδοχές
  • Την αποζημίωση που θα καταβληθεί σε περίπτωση λύσης της σύμβασης
  • Την ανάλυση των χρηματικών ποσών που λαμβάνονται ως αποδοχές
  • Την ημερομηνία καταβολής των αποδοχών
  • Την εφαρμογή της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που εφαρμόζεται για τον συγκεκριμένο εργαζόμενο

 

3.2.3. Διευθυντικά στελέχη

Τα διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων κατέχουν ιδιάζουσα θέση από πλευράς εργατικού δικαίου. Από τη μία μεριά αντιμετωπίζονται ως μισθωτοί και υπάγονται στις προστατευτικές διατάξεις του εργατικού δικαίου από την άλλη μεριά ενεργούν ως εργοδότες και γι ΄ αυτό εξαιρούνται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Προκειμένου να χαρακτηρισθεί κάποιος διευθυντικό στέλεχος σε μία επιχείρηση θα πρέπει αυτόματα να έχει υπ ΄ ευθύνη του, την γενικότερη διεύθυνση και εποπτεία της επιχείρησης με τέτοιο τρόπο, ούτως ώστε να αποφασίζει για καίρια θέματα της πορείας και της οικονομικής, τεχνολογικής, οργανωτικής και εμπορικής εξέλιξης της επιχείρησης. Το εργασιακό καθεστώς του διευθυντικού στελέχους μιας επιχείρησης παρουσιάζει τις εξής ιδιομορφίες ( ν.2269/1920 άρθρο 2, β. δ 24-7/21-8-1920 άρθρο1 παρ.2 ):

  • Διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς ως προς τον χρόνο εργασίας. Ειδικότερα, για τα διευθυντικά στελέχη δεν τηρείται το 8ωρο εργασίας επί 5θημερη βάση.
  • Διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς ως προς την αποζημίωση για υπέρβαση ωραρίου εργασίας, αφού δεν υπόκεινται σε καθεστώς υπερωριών

 

3.2.4. Το περιεχόμενο που συνίσταται να έχει μια σύμβαση εργασίας Διευθυντικού στελέχους

Προκειμένου να κατοχυρώνονται τα εργασιακά δικαιώματα του διευθυντικού στελέχους και να μην δημιουργούνται ερμηνευτικά προβλήματα στην εξέλιξη της σύμβασης, θα πρέπει να περιλαμβάνει :

  • Τα στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων
  • Τον τόπο παροχής εργασίας
  • Την ειδικότητα του εργαζόμενου και το αντικείμενο εργασίας του με ιδιαίτερη περιγραφή του αντικειμένου που του αποδίδει “διευθυντική εξουσία”
  • Τον ρητό χαρακτηρισμό του ως διευθυντικού στελέχους
  • Την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης εργασίας
  • Την άδεια που δικαιούται ο εργαζόμενος σε σχέση με τις καταβαλλόμενες αποδοχές
  • Την αποζημίωση που θα καταβληθεί σε περίπτωση λύσης της σύμβασης
  • Την ανάλυση των χρηματικών ποσών που λαμβάνονται ως αποδοχές
  • Την ημερομηνία καταβολής των αποδοχών
  • Την εφαρμογή της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που εφαρμόζεται για τον συγκεκριμένο εργαζόμενο
  • Σε περίπτωση που χορηγείται μπόνους, τη ρητή αναφορά ότι αυτό χορηγείται χαριστικά και όχι πάγια καθώς και ότι είναι συνδεδεμένο με την απόδοση του στελέχους.

 

3.3. Διάρκεια της σύμβασης εργασίας

Οι συμβάσεις εργασίας, ανάλογα με τη διάρκειά τους διακρίνονται σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου και συμβάσεις αορίστου χρόνου.

 

3.3.1.Σύμβαση ορισμένου χρόνου

Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου έχουμε όταν έχει συμφωνηθεί ρητά ή σιωπηρά ορισμένη διάρκεια του χρόνου εργασίας, που συνήθως εκφράζεται με τον καθορισμό του χρονικού ορίου λήξης της σύμβασης. Η λήξη της σύμβασης αυτής λήγει με το πέρας του συμφωνημένου (ορισμένου) χρόνου. Αν η εργασία του μισθωτού για τον εργοδότη συνεχιστεί για ικανό χρονικό διάστημα και μετά τη λήξη της, τότε με την συγκατάθεση του εργοδότη, η σύμβαση αυτή μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου.

 

3.3.2. Σύμβαση αορίστου χρόνου

Σύμβαση αορίστου χρόνου έχουμε όταν από την συγκεκριμένη εργασιακή σχέση δεν προκύπτει καθορισμός χρονικής διάρκειας παροχής εργασίας, αλλά και δεν συνάγεται κάτι τέτοιο από το είδος ή από τον σκοπό της. Η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λήγει μόνο σε περίπτωση καταγγελίας από τον εργοδότη ή τον μισθωτό και πάντα με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

 

3.3.3. Μπορούν να συνάπτονται συνεχόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου;

Συνεχείς συμβάσεις ορισμένου χρόνου, θεωρούνται αυτές που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους όρους εργασίας. Η ανανέωση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιτρέπεται χωρίς περιορισμό, με την προϋπόθεση ότι συντρέχουν ορισμένοι ειδικοί λόγοι οι οποίοι αιτιολογούνται εγγράφως με έγγραφη συμφωνία των μερών και δικαιολογούν την παράταση της σύμβασης. Ορισμένοι  λόγοι  (ενδεικτικά) που θα δικαιολογούσαν την σύναψη συνεχόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι :

  • Η εκτέλεση εργασιών προσωρινού χαρακτήρα
  • Η περίπτωση της προσωρινής αναπλήρωσης άλλου μισθωτού
  • Η εκτέλεση εργασιών προσωρινού χαρακτήρα
  • Όταν συντρέχουν ειδικές ανάγκες για την επιχείρηση

Σε περίπτωση που δεν συντρέχουν ειδικοί λόγοι αλλά παρολαυτά συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου τότε:

  • Εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας υπερβαίνει τα τρία έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη παγίων αναγκών της επιχείρησης. Κατά συνέπεια, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου μετατρέπονται σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
  • Εφόσον μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, ο αριθμός των ανανεώσεων των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρείς, τεκμαίρεται και σε αυτήν την περίπτωση, ότι με αυτές τις συμβάσεις επιδιώκεται η κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης, με συνέπεια να μετατρέπονται οι συμβάσεις αυτές σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.

 

3.3.4. Σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών στον ίδιο εργοδότη (μπλοκάκι)

Στην έννοια της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών εμπίπτει η κατηγορία των αυτοαπασχολούμενων εργαζόμενων. Ο παρέχων εργασία είναι ελεύθερος επαγγελματίας και παρέχει τις υπηρεσίες του προς τον εργοδότη χωρίς εξάρτηση και χωρίς χρονικό έλεγχο από αυτόν. Σε αυτήν την περίπτωση, ο εργαζόμενος δεν επωφελείται από τις προστατευτικές διατάξεις του εργατικού διακαίου ενώ ο εργοδότης δεν έχει την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, μηνιαίου μισθού (αφού τον απασχολεί κατ' αποκοπή και ο εργαζόμενος αμοίβεται ανα υπόθεση), ενώ ο εργαζόμενος για κάθε καταβολή αμοιβής πρός αυτόν, κοβει απόδειξη παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών πρός τον εργοδότη.

 

3.3.5. Ειδικές ρυθμίσεις της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών

Στην ιδιαίτερη αυτή περίπτωση παροχής υπηρεεσιών/εργασίας, όπου ο εργαζόμενος χρησιμοποιεί δικές του αποδείξεις παροχής υπηρεσιών ( ο εργοδότης θα πρέπει να προσέχει ώστε:

  • Να συναφθεί σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών που θα προσδιορίζει επακριβώς το αντικείμενο της παροχής υπηρεσιών  και την ανάγκη του εργοδότη
  • Να αναφέρεται ρητώς ότι ο παρέχων τις υπηρεσίες είναι αυτοαπασχολούμενος και όχι μισθωτός
  • Να αναφέρεται ρητώς ότι ο παρέχων τις υπηρεσίες έχει έδρα διαφορετική από του εργοδότη
  • Σε περίπτωση που ο παρέχων τις υπηρεσίες τιμολογεί το 70% του ετησίου εισδήματός του στον ίδιο εργοδότη, η σύμβαση θα πρέπει να κατατεθεί στην εφορία προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο παρέχων τις υπηρεσίες φορολογικά ως μισθωτός και όχι ως ελεύθερος επαγγελματίας

 

3.3.6. Σύμβαση έργου

Στη σύμβαση έργου, το βάρος δίνεται σε κάποιο έργο που πρόκειται να εκτελεσθεί και να παραδοθεί μέσα σε συμφωνημένο χρονοδιάγραμα και στη βάση ήδη συμφωνημένης αμοιβής για την ολοκλήρωσή του.  Η συγκεκριμένη σύμβαση δεν δημιουργεί σχέση εξάρτησης από τον εργοδότη και δεν ρυθμίζεται από τις διατάξεις του εργατικού δικαίου.

 

Επόμενη Σελίδα : Υποχρεώσεις του Εργοδότη